Μετάφραση του "truth" σε Ελληνικά
Οι αλήθεια, πραγματικότητα, ορθότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "truth" σε Ελληνικά.
(archaic) The state or quality of being true to someone or something; faithfulness, fidelity. [..]
-
αλήθεια
noun feminineconformity to fact or reality [..]
Most people only want to hear their own truth.
Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν ν' ακούν μόνο τη δική τους αλήθεια.
-
πραγματικότητα
noun femininethat which is real
In truth, I thought you had changed during those brief few months.
Στην πραγματικότητα, σκέφτηκα ότι θα είχε αλλάξει Κατά τη διάρκεια αυτών σύντομη λίγους μήνες.
-
ορθότητα
noun feminineconformity to fact or reality
The competent authority shall verify the truthfulness of the voluntary information.
Η αρμόδια αρχή επιβεβαιώνει την ορθότητα των προαιρετικών αναφορών.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γεγονός
- ακεραιότητα
- αλήθεια ''f''
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " truth " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
United States abolitionist and feminist who was freed from slavery and became a leading advocate of the abolition of slavery and for the rights of women (1797-1883)
"Truth" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Truth στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "truth" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μιλάω (με) τη γλώσσα τής αλήθειας · μιλάω ξεκάθαρα
-
αναμφισβήτητο γεγονός · απόλυτη αλήθεια · ευαγγελική αλήθεια
-
αρχή · θεμέλιο · προϋπόθεση
-
αληθής · αληθινός · ειλικρινής · πιστός · φιλαλήθης
-
η πρώτη στιγμή όπου ο καταναλωτής έρχεται σε επαφή με ένα προϊόν
-
και τα μυαλά στα κάγκελα
-
εδώ που τα λέμε · η αλήθεια να λέγεται · μα την αλήθεια · ομολογουμένως · όλα κι όλα
-
η αλήθεια έρχεται στο φως · η αλήθεια βγαίνει στη φόρα