Μετάφραση του "try" σε Ελληνικά
Οι δοκιμάζω, προσπαθώ, δικάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "try" σε Ελληνικά.
try
adjective
Verb
verb
noun
γραμματική
An attempt. [..]
-
δοκιμάζω
verbto attempt
Tom said that he'd be willing to try something new.
Ο Τομ είπε ότι θα ήταν πρόθυμος να δοκιμάσει κάτι καινούριο.
-
προσπαθώ
verbto work on something
I think Tom is trying to say something.
Νομίζω ότι ο Τομ προσπαθεί κάτι να πει.
-
δικάζω
verbto put on trial
Accused, tried and sentenced for trying to save human lives.
Toν δίκασαν και τoν φυλάκισαν γιατί πρoσπαθoύσε να σώσει ζωές.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προσπάθεια
- απόπειρα
- δοκιμή
- πειραματίζομαι
- τράι
- αποπειρώμαι
- εκδικάζω
- εξετάζω
- άντε (τώρα) να
- φρόντισε να
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " try " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "try" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άντε να [+ρ.] μετά
-
δοκιμάζω την υπομονή κάποιου
-
προσπαθώ να προλάβω · προσπαθώ να προσαρμοστώ · τρέχω και δεν φτάνω
-
αγωνιζόμενος · δύσκολος · κουραστικός · προσπαθώντας
-
επιχειρώ · προσπαθώ
-
δοκιμάζω · δοκιμή · μπλόφα · προβάρω
-
προσπαθήστε να μη φαίνεστε
-
να προσπαθώντας να τον λογικέψουμε
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη