Μετάφραση του "tumbling" σε Ελληνικά

Οι ακροβασία, ακροβατικά, ασκήσεις ισορροπίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tumbling" σε Ελληνικά.

tumbling noun verb γραμματική

Present participle of tumble. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακροβασία

    noun feminine
  • ακροβατικά

    noun

    Take, for instance, tumbling.

    Ακροβατικά εδάφους, για παράδειγμα.

  • ασκήσεις ισορροπίας

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tumbling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tumbling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ετοιμόρροπος
  • χάνω την ισορροπία
  • στεγνωτήριο ρούχων
  • στεγνωτήριο
  • αναλύω · αναποδογυρίζω · αναστάτωση · ανατρέπομαι · ανατρέπω · αποσυνθέτω · καταπίπτω · κατρακυλώ · κουτρουβαλώ · πέσει · πέσιμο · πέφτω · σύγχυση · τουμπάρω · τούμπα
  • αναλύω · αναποδογυρίζω · αναστάτωση · ανατρέπομαι · ανατρέπω · αποσυνθέτω · καταπίπτω · κατρακυλώ · κουτρουβαλώ · πέσει · πέσιμο · πέφτω · σύγχυση · τουμπάρω · τούμπα
  • αναλύω · αναποδογυρίζω · αναστάτωση · ανατρέπομαι · ανατρέπω · αποσυνθέτω · καταπίπτω · κατρακυλώ · κουτρουβαλώ · πέσει · πέσιμο · πέφτω · σύγχυση · τουμπάρω · τούμπα
  • αναλύω · αναποδογυρίζω · αναστάτωση · ανατρέπομαι · ανατρέπω · αποσυνθέτω · καταπίπτω · κατρακυλώ · κουτρουβαλώ · πέσει · πέσιμο · πέφτω · σύγχυση · τουμπάρω · τούμπα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tumbling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη