Μετάφραση του "turn-off" σε Ελληνικά

Οι διακόπτω, κλείνω, Κλείνω, σβήνω, θέτω εκτός λειτουργίας, απενεργοποιώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "turn-off" σε Ελληνικά.

turn-off noun γραμματική

Something that repulses, disgusts, or discourages, especially sexually. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακόπτω, κλείνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " turn-off " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Turn-off
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κλείνω, σβήνω, θέτω εκτός λειτουργίας, απενεργοποιώ

Φράσεις παρόμοιες με "turn-off" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Θυρίστορ αποκοπής από την πύλη
  • Θυρίστορ αποκοπής από την πύλη
  • κλείνω · σβήνω
  • απενεργοποίηση · απενεργοποιώ · κλείνω · σβήνω · στρίβω
  • απενεργοποίηση · απενεργοποιώ · κλείνω · σβήνω · στρίβω
  • απενεργοποίηση · απενεργοποιώ · κλείνω · σβήνω · στρίβω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "turn-off" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη