Μετάφραση του "turncoat" σε Ελληνικά

Οι αποστάτης, προδότης, ρίψασπις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "turncoat" σε Ελληνικά.

turncoat noun γραμματική

A traitor; one who turns against a previous affiliation or allegiance. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποστάτης

    noun masculine

    As a turncoat he has to sell to us.

    Σαν αποστάτης έπρεπε κάτι να πουλήσει.

  • προδότης

    noun

    You're a turncoat now, wanted by your own country.

    Είσαι προδότης τώρα, καταζητούμενος από την ίδια σου την πατρίδα.

  • ρίψασπις

    Ever the critical turncoat, eh, de Roy?

    Παντοτινός ρίψασπις, Ντε Ρόι

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Προδοτης ... αποστατης ... comes from the ancient practice of wearing a badge or pin on one's coat signifying the party or leader you supported.
    • λιποτάκτης
    • δειλός
    • αρνησίθρησκος
    • εξωμότης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " turncoat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "turncoat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη