Μετάφραση του "twiddle" σε Ελληνικά

Οι παίζω, γυρίζω, στριφογυρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "twiddle" σε Ελληνικά.

twiddle verb noun γραμματική

(transitive) To wiggle, fidget or play with; to move around. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παίζω

    verb

    Come on, Taggart, we can't spend the whole exercise twiddling our thumbs here.

    Έλα, Τάγκαρτ, δε θα περάσουμε όλη την άσκηση παίζοντας με τους αντίχειρές μας.

  • γυρίζω

    verb
  • στριφογυρίζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • To wiggle, fidget or play with; to move around
    • κλώθω
    • στροβιλίζω
    • στροφή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " twiddle " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "twiddle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "twiddle" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη