Μετάφραση του "two" σε Ελληνικά
Οι δύο, δυο, β ́ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "two" σε Ελληνικά.
two
noun
adjective
numeral
γραμματική
(cardinal) A numerical value equal to 2; the second number in the set of natural numbers (especially in number theory); the cardinality of the set {0, 1}; one plus one. Ordinal: second. This many dots (••) [..]
-
δύο
Cardinal number neuterone plus one [..]
My sister has two sons, so I have two nephews.
Η αδερφή μου έχει δύο γιούς, επομένως εγώ έχω δύο ανιψιούς.
-
δυο
numeral mfΟ δεύτερος φυσικός αριθμός (2). [..]
Life and death are two sides of the same coin.
Ζωή και θάνατος είναι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος.
-
β ́
one plus one
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " two " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Two
-
Δύο, δυάδα
Εικόνες με "two"
Φράσεις παρόμοιες με "two" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χοντρό
-
δυο-δυο · ζυγά-ζυγά
-
δύο βαθμίδων, σταδίων
-
δύο καταστάσεων
-
ασήμαντος · δύο επί τέσσερις ίντσες · δύο επί τρία · καντρόνι · μια σταλιά · σανίδα · στενόχωρος
-
τριάντα δύο
-
Φερδινάνδος Β’ των δύο Σικελιών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη