Μετάφραση του "two-timer" σε Ελληνικά
Οι άπιστος, απατεώνας, υποκριτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "two-timer" σε Ελληνικά.
two-timer
noun
γραμματική
A person who two-times another. [..]
-
άπιστος
adjective -
απατεώνας
noun -
υποκριτής
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " two-timer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη