Μετάφραση του "tyre" σε Ελληνικά
Οι λάστιχο, ελαστικό, επίσωτρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tyre" σε Ελληνικά.
(Australian, Irish, New Zealand, UK) The ring-shaped protective covering around a wheel which is usually made of rubber or plastic composite and is either pneumatic or solid. [..]
-
λάστιχο
noun neuterwheel covering [..]
I'd like to keep it, but right now I need a tyre more then a chair.
Θα την κρατούσα, αλλά αυτή τη στιγμή χρειάζομαι ένα λάστιχο περισσότερο.
-
ελαστικό
noun neuterwheel covering [..]
A new tyre shall be fitted to the test rim identified by the manufacturer.
Στο σώτρο δοκιμής που προδιαγράφει ο κατασκευαστής τοποθετείται καινούργιο ελαστικό.
-
επίσωτρο
neuterwheel covering [..]
a rubber tyre with a diameter of approximately 13 cm and a width of approximately 4 cm,
επίσωτρο από καουτσούκ διαμέτρου 13 cm περίπου και πλάτους 4 cm περίπου,
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ρόδα
- στεφάνι
- ρόδας
- ελαστικό αυτοκινήτου
- λάστιχο τροχού
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tyre " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
An ancient sea port and city state of Phoenecia, in the present day Lebanon. [..]
-
Τύρος
properan ancient sea port and city state of Phoenecia [..]
Commercial Tyre eagerly traded its stores for these and other goods.
Η εμπορευόμενη Τύρος αντάλλασσε πρόθυμα τα αποθέματά της με αυτά και με άλλα αγαθά.
Εικόνες με "tyre"
Φράσεις παρόμοιες με "tyre" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελαστικό αυτοκινήτου
-
Γουλιέλμος της Τύρου
-
ρεζέρβα
-
φθαρμένο ελαστικό
-
λάστιχο · πνευστό ελαστικό επίσωτρο