Μετάφραση του "umbilical" σε Ελληνικά

Οι ομφάλιος, ομφαλικός, ομφάλιος λώρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "umbilical" σε Ελληνικά.

umbilical adjective noun γραμματική

Of, or relating to, the navel (umbilicus) or the umbilical cord. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομφάλιος

    adjective masculine

    of or relating to the navel or the umbilical cord

    I think the umbilical cord might be wrapped around his neck.

    Πιστεύω ότι ο ομφάλιος λώρος πρέπει να μπλέχτηκε γύρω από το λαιμό του.

  • ομφαλικός

    masculine

    of or relating to the navel or the umbilical cord

  • ομφάλιος λώρος

    noun masculine

    I think the umbilical cord might be wrapped around his neck.

    Πιστεύω ότι ο ομφάλιος λώρος πρέπει να μπλέχτηκε γύρω από το λαιμό του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " umbilical " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "umbilical" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ομφαλοκήλη · ομφαλοκήλη
  • Ομφάλιος λώρος · ομφάλιος λωρός · ομφάλιος λώρος
  • Ομφάλιος σύνδεσμος
  • ομφαλική φλέβα
  • Ομφάλιος λώρος · ομφάλιος λωρός · ομφάλιος λώρος
  • Ομφάλιος λώρος · ομφάλιος λωρός · ομφάλιος λώρος
  • Ομφάλιος λώρος · ομφάλιος λωρός · ομφάλιος λώρος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "umbilical" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη