Μετάφραση του "umpire" σε Ελληνικά
Οι διαιτητής, κριτής, δικαστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "umpire" σε Ελληνικά.
umpire
verb
noun
γραμματική
(tennis) The official who presides over a tennis game sat on a high chair. [..]
-
διαιτητής
noun masculineAn official appointed to rule on plays and procedure.
Here comes the umpire out to take a look.
Έρχεται κι ο διαιτητής για να δει τι συμβαίνει.
-
κριτής
noun common -
δικαστής
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " umpire " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη