Μετάφραση του "unabated" σε Ελληνικά

Οι ακαταλάγιαστος, αμείωτος, αδιάπτωτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unabated" σε Ελληνικά.

unabated adjective γραμματική

continuing at full strength or intensity [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακαταλάγιαστος

    adjective

    continuing at full strength

  • αμείωτος

    Adjective

    In cooperation with the ASEAN countries the battle against poverty and underdevelopment must be continued unabated.

    Επομένως, ο αγώνας κατά της φτώχειας πρέπει να συνεχισθεί αμείωτος, σε συνεργασία με τις χώρες ASEAN.

  • αδιάπτωτος

    adjective
  • ακάθεκτος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unabated " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "unabated" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unabated" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη