Μετάφραση του "unaided" σε Ελληνικά
Το αβοήθητος είναι η μετάφραση του "unaided" σε Ελληνικά.
unaided
adjective
γραμματική
without the help, aid or assistance of someone or something [..]
-
αβοήθητος
adjectiveI have never been brave enough to do or finish anything unaided, okay?
Δεν υπήρξα ποτέ αρκετά γενναίος για να κάνω ή να τελειώσω κάτι αβοήθητος, εντάξει
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " unaided " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη