Μετάφραση του "unavoidable" σε Ελληνικά
Οι αναπόφευκτος, αναπόδραστος, Άφυκτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unavoidable" σε Ελληνικά.
impossible to avoid; bound to happen. [..]
-
αναπόφευκτος
adjective masculineimpossible to avoid
With things being the way they are, war is unavoidable.
Εάν αυτό είναι αλήθεια, τότε ένας πόλεμος θα είναι αναπόφευκτος.
-
αναπόδραστος
adjective -
Άφυκτος
επίθετο αρσενικόΚάποιος που είναι δύσκολο να του ξεφύγεις
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άφευκτος
- αφυκτος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " unavoidable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Αναπόφευκτος
Unavoidable background noise from, for example, ventilation equipment, should be minimised, and sudden noises should be avoided.
Ο αναπόφευκτος θόρυβος βάθους, που προκαλείται επί παραδείγματι από το σύστημα εξαερισμού, θα πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο, οι δε αιφνίδιοι θόρυβοι πρέπει να αποφεύγονται.
Φράσεις παρόμοιες με "unavoidable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναπόφευκτα · σίγουρα
-
αναπόφευκτη καθυστέρηση
-
δύναμη