Μετάφραση του "unbelieving" σε Ελληνικά
Οι άπιστος, δύσπιστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unbelieving" σε Ελληνικά.
unbelieving
adjective
γραμματική
That does not believe; incredulous, skeptical [..]
-
άπιστος
noun masculineSome unbeliever has unsettled your mind, but I will pray for you!
Κάποιος άπιστος σου έχει αναστατώσει το μυαλό, αλλά θα προσεύχομαι για σένα!
-
δύσπιστος
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " unbelieving " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "unbelieving" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άπιστος · δύσπιστος
-
απίστευτα · απροσδόκητα
-
ανήκουστος · απίστευτος
-
είσαι απίστευτος
-
ανήκουστος · απίστευτος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη