Μετάφραση του "unceasing" σε Ελληνικά

Οι αδιάκοπος, συνεχής, ακατάπαυστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unceasing" σε Ελληνικά.

unceasing adjective γραμματική

continuous; continuing indefinitely without stopping [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιάκοπος

    adjective
  • συνεχής

    adjective

    Massive, unceasing efforts have to be devoted to providing for information and study on the different partnership systems and practices in Europe.

    Απαιτεί μία σημαντική και συνεχή προσπάθεια ενημέρωσης και ανάλυσης για τα διάφορα συστήματα και τις πρακτικές στο χώρο των κοινωνικών εταίρων στην Ευρώπη.

  • ακατάπαυστος

    adjective

    Always the wind, restless and unceasing.

    Πάντα ο άνεμος, αεικίνητος και ακατάπαυστος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αιώνιος
    • ακοίμητος
    • ασταμάτητος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unceasing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Unceasing
+ Προσθήκη

"Unceasing" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Unceasing στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unceasing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη