Μετάφραση του "uncommitted" σε Ελληνικά

Οι αδέσμευτος, ουδέτερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uncommitted" σε Ελληνικά.

uncommitted adjective γραμματική

Not inclined toward either side in a matter under dispute. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδέσμευτος

    adjective
  • ουδέτερος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uncommitted " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Uncommitted
+ Προσθήκη

"Uncommitted" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Uncommitted στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uncommitted" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη