Μετάφραση του "uncooked" σε Ελληνικά

Οι αμαγείρευτος, άψητος, ωμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uncooked" σε Ελληνικά.

uncooked adjective verb γραμματική

raw and not cooked, especially of something that should be, or is sometimes cooked [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμαγείρευτος

    adjective masculine

    raw, not cooked

  • άψητος

    adjective masculine
  • ωμός

    adjective masculine
  • άβραστος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uncooked " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "uncooked"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uncooked" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη