Μετάφραση του "underlying" σε Ελληνικά

Οι θεμελιώδης, υποκείμενος, βασικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "underlying" σε Ελληνικά.

underlying adjective γραμματική

lying underneath [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεμελιώδης

    adjective masculine

    basic or fundamental

    But chaos theory states that there's an underlying perfection to the randomness of all things.

    Αλλά η θεωρία του χάους δηλώνει ότι υπάρχει μία θεμελιώδης τελειότητα στο πόσο τυχαία είναι τα πράγματα.

  • υποκείμενος

    adjective masculine

    lying underneath [..]

    The underlying economic mechanism was based on boosting employment and curbing the black economy.

    Ο υποκείμενος οικονομικός μηχανισμός αφορούσε την αύξηση της απασχόλησης και τη μείωση της παραοικονομίας.

  • βασικός

    adjective

    The final assessment of whether the underlying environmental objective has been met will be made by the Commission.

    Η Επιτροπή προβαίνει στην τελική αξιολόγηση του κατά πόσο επιτεύχθηκε ο βασικός περιβαλλοντικός στόχος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υποβόσκων, -ουσα, -ον
    • υπολανθάνων
    • υπολανθάνων, -ουσα, -ον
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " underlying " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "underlying" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • θέμα · ρίζα
  • αποτελώ · αποτελώ τη βάση [+Γεν.] · βρίσκομαι κάτω ή πίσω από · βρίσκομαι πίσω από · βρίσκομαι στη ρίζα [+Γεν.] · διαπνέω · ελλοχεύω πίσω από, σε · προκαλώ · στηρίζομαι σε · υπάρχω κάτω ή πίσω από · υποβόσκω κάπου, σε κτ · υπόκειμαι
  • βαθύτερο αίτιο
  • πίνακας βάσης
  • διαπνέω · ελλοχεύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "underlying" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη