Μετάφραση του "understanding" σε Ελληνικά

Οι κατανόηση, αντίληψη, νόηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "understanding" σε Ελληνικά.

understanding adjective noun verb γραμματική

(uncountable) Mental, sometimes emotional process of comprehension, assimilation of knowledge, which is subjective by its nature. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατανόηση

    noun

    Mobility brings citizens closer to one another and improves mutual understanding.

    Η κινητικότητα συμβάλλει στην προσέγγιση των πολιτών και βελτιώνει την αμοιβαία κατανόηση.

  • αντίληψη

    noun feminine

    All this assumes a far broader understanding of security and defence than the use of force.

    Και όλα αυτά με μια πολύ ευρύτερη αντίληψη περί ασφάλειας και άμυνας από την απλή χρήση ισχύος.

  • νόηση

    noun

    And does the very thing formed actually say respecting its former: ‘He showed no understanding’?”

    Και, γίνεται να πει για τον πλάστη του το αντικείμενο που πλάστηκε: “Δεν έδειξε αυτός νόηση”;»

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμφωνία
    • συνεννόηση
    • αντιλαμβάνομαι
    • κατανοητικός
    • συγκαταβατικός
    • συμβιβασμός
    • αισθητήριο
    • σώφρων
    • φιλότιμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " understanding " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "understanding"

Φράσεις παρόμοιες με "understanding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "understanding" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη