Μετάφραση του "undulate" σε Ελληνικά

Οι κυματίζω, κυματοειδής, κυματιστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "undulate" σε Ελληνικά.

undulate adjective verb γραμματική

(transitive) To cause to move in a wavelike motion. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυματίζω

    verb

    transitive: cause to move in a wave

  • κυματοειδής

    adjective m;f masculine;feminine

    wavy in appearance or form [..]

    I know the meaning of " undulate. "

    Ξέρω τι θα πει " κυματοειδής ".

  • κυματιστός

    adjective masculine

    wavy in appearance or form

    The gentle undulating gait of the llama adapts itselfvery nicely... to the swaying motion of the suspension bridge.

    Ο ευγενής κυματιστός βηματισμός του λάμα προσαρμόζεται ωραία... στην ταλαντευόμενη κίνηση της κρεμαστής γέφυρας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κυμαίνομαι
    • κυματώδης
    • ανεμίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " undulate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "undulate"

Φράσεις παρόμοιες με "undulate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "undulate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη