Μετάφραση του "unexcepted" σε Ελληνικά

Το ανεξαίρετος είναι η μετάφραση του "unexcepted" σε Ελληνικά.

unexcepted adjective γραμματική

Not excepted; not made exempt; without exception.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεξαίρετος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unexcepted " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "unexcepted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανεξαίρετος · κοινός, τυχαίος, αδιάφορος, μουντός, άχρωμος, κοινότοπος, ουδέτερος, πεζός · που δεν ξενίζει · συνήθης · συνηθισμένη · χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unexcepted" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη