Μετάφραση του "unfounded" σε Ελληνικά

Οι αβάσιμος, αστήρικτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unfounded" σε Ελληνικά.

unfounded adjective γραμματική

Having no strong foundation; not based on solid reasons or facts. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αβάσιμος

    adjective masculine

    Therefore the first ground of appeal should be rejected as unfounded in its entirety.

    Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.

  • αστήρικτος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unfounded " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Unfounded
+ Προσθήκη

"Unfounded" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Unfounded στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "unfounded" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unfounded" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη