Μετάφραση του "uniformed" σε Ελληνικά

Το ένστολος είναι η μετάφραση του "uniformed" σε Ελληνικά.

uniformed adjective γραμματική

Describing someone in an occupation that requires a uniform, such as a member of the police force or military. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ένστολος

    noun masculine

    I learned more from him in six months than in my entire time in uniform.

    Σε έξι μήνες έμαθα περισσότερα απ'όλη τη θητεία μου ως ένστολος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uniformed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "uniformed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uniformed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη