Μετάφραση του "uninhibited" σε Ελληνικά
Οι αδυνάστευτος, απελευθερωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uninhibited" σε Ελληνικά.
uninhibited
adjective
γραμματική
Not inhibited; having no inhibitions. [..]
-
αδυνάστευτος
Adjective -
απελευθερωμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " uninhibited " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη