Μετάφραση του "uninterrupted" σε Ελληνικά

Οι αδιάλειπτος, αδιάκοπος, ακατάπαυστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uninterrupted" σε Ελληνικά.

uninterrupted adjective γραμματική

continuing with no interruption [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιάλειπτος

    adjective

    This requirement shall only apply when there is an uninterrupted flow of images to be reviewed.

    Η απαίτηση αυτή εφαρμόζεται μόνον όταν υφίσταται αδιάλειπτος ροή εικόνων προς εξέταση.

  • αδιάκοπος

    adjective

    Uninterrupted control track, which means no tampering.

    Αδιάκοπος έλεγχος κονσόλας, που σημαίνει καμία παρέμβαση.

  • ακατάπαυστος

    adjective
  • αιώνιος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uninterrupted " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "uninterrupted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uninterrupted" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη