Μετάφραση του "unit" σε Ελληνικά

Οι μονάδα, τεμάχιο, συγκρότημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unit" σε Ελληνικά.

unit adjective noun γραμματική

(sciences) A standard measure of a quantity. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονάδα

    noun feminine

    algebra: element of a ring [..]

    Portable extinguishers which have been discharged shall be immediately recharged or replaced with an equivalent unit.

    Οι φορητοί πυροσβεστήρες που έχουν εκκενωθεί θα αναγομώνονται άμεσα ή θα αντικαθίστανται από ισοδύναμη μονάδα.

  • τεμάχιο

    noun neuter

    item which may be sold singly [..]

    Size is determined by the weight of one unit.

    Η ταξινόμηση κατά μέγεθος καθορίζεται σε βάρος ανά τεμάχιο.

  • συγκρότημα

    noun neuter

    organized group comprising people and/or equipment

    The main body of the optical unit shall bear the only valid approval number, for instance:

    Το κυρίως σώμα του οπτικού συγκροτήματος πρέπει να φέρει τον μοναδικό έγκυρο αριθμό έγκρισης, για παράδειγμα:

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κομμάτι
    • ομάδα
    • μοναδιαίος
    • μονάδα μέτρησης
    • μονάς
    • συσκευή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Unit
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μονάδα

    Subsequently, the Heads of Europol National Units (HENU) elaborated a long list of difficulties and possible solutions.

    Αποτέλεσμά της ήταν να επεξεργαστεί από τους Επικεφαλής των Εθνικών Μονάδων της Ευρωπόλ (ΕΕΜΕ) ένας μακροσκελής κατάλογος δυσχερειών και πιθανών λύσεων.

Εικόνες με "unit"

Φράσεις παρόμοιες με "unit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη