Μετάφραση του "unrivaled" σε Ελληνικά

Οι απαράμιλλος, ασυναγώνιστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unrivaled" σε Ελληνικά.

unrivaled adjective γραμματική

Beyond compare, far surpassing any other, unparalleled, without rival. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαράμιλλος

    adjective masculine

    50:10) In name and fame, he is unrivaled.

    50:10) Σε όνομα και φήμη, είναι απαράμιλλος.

  • ασυναγώνιστος

    adjective masculine

    He would become an unrivaled kung fu master

    Θα γίνει ασυναγώνιστος Δάσκαλος του kung fu

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unrivaled " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unrivaled" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη