Μετάφραση του "unsalable" σε Ελληνικά
Το ανεκποίητος είναι η μετάφραση του "unsalable" σε Ελληνικά.
unsalable
adjective
noun
γραμματική
That which cannot be sold. [..]
-
ανεκποίητος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " unsalable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη