Μετάφραση του "unsaturated" σε Ελληνικά
Οι ακόρεστος, ακόρεστη, ακόρεστο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unsaturated" σε Ελληνικά.
(chemistry, of a solution) Not saturated; capable of dissolving more of a solute at the same temperature. [..]
-
ακόρεστος
adjective masculinehaving one or more double bonds or triple bonds between carbon atoms [..]
-
ακόρεστη
adjectiveIn addition, a sensitivity analysis of the most important parameters of the simulation model (unsaturated flow, saturated flow and transport) was performed.
Επιπρόσθετα, πραγματοποιήθηκε ανάλυση ευαισθησίας για τις σημαντικότερες παραμέτρους του μοντέλου προσομοίωσης (ακόρεστη ροή, κορεσμένη ροή και μεταφορά ρύπου).
-
ακόρεστο
adjectiveYeah, but the pig's genetics actually make Mangalitsa fat more unsaturated than normal pig fat.
Οι γενετικές ιδιότητες του γουρουνιού Μανγκαλίτσα κάνει το λίπος του να είναι πιο ακόρεστο από του κανονικού γουρουνιού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " unsaturated " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Μη κορεσμένος, ακόρεστος
Φράσεις παρόμοιες με "unsaturated" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ακόρεστη ένωση