Μετάφραση του "unstoppable" σε Ελληνικά

Οι ασταμάτητος, ανεξέλεγκτος, ακάθεκτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unstoppable" σε Ελληνικά.

unstoppable adjective γραμματική

Unable to be stopped. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασταμάτητος

    Ever since he got his hip replaced, he's been unstoppable.

    Από τότε που άλλαξε το γοφό του, είναι ασταμάτητος.

  • ανεξέλεγκτος

    adjective
  • ακάθεκτος

    adjective
  • λερναίος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unstoppable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "unstoppable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unstoppable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη