Μετάφραση του "unsuitability" σε Ελληνικά

Το ακαταλληλότητα είναι η μετάφραση του "unsuitability" σε Ελληνικά.

unsuitability noun γραμματική

The quality of being unsuitable. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακαταλληλότητα

    noun

    Until receiving permission from the signalman the driver shall not override the route unsuitability.

    Μέχρι ότου λάβει έγκριση από τον υπεύθυνο σηματοδότησης, ο μηχανοδηγός δεν αντιπαρέρχεται την ακαταλληλότητα διαδρομής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unsuitability " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "unsuitability" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ακατάλληλος · ανάρμοστος · ανεπαρκής
  • ακατάλληλος · ανάρμοστος
  • ακατάλληλος · ανάρμοστος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unsuitability" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη