Μετάφραση του "unswerving" σε Ελληνικά

Οι σταθερός, στερεός, ακλόνητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unswerving" σε Ελληνικά.

unswerving adjective γραμματική

Not deviating; not yielding or straying or varying. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σταθερός

    adjective

    You're unbending, Hawke, unswerving.

    Eίσαι αλύγιστος και σταθερός, Χωκ.

  • στερεός

    adjective masculine
  • ακλόνητος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unswerving " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unswerving" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη