Μετάφραση του "untie" σε Ελληνικά

Οι λύνω, ξεδένω, ελευθερώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "untie" σε Ελληνικά.

untie verb γραμματική

(transitive) To loosen, as something interlaced or knotted; to disengage the parts of; as, to untie a knot. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λύνω

    verb

    to resolve [..]

    We have to untie this to use the buoy.

    Πρέπει να το λύσουμε αυτό, ώστε να χρησιμοποιήσουμε την σημαδούρα.

  • ξεδένω

    to free from fastening or from restraint [..]

    And I am untying her!

    Και εγώ την ξεδένω!

  • ελευθερώνω

    verb

    to free from fastening or from restraint

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λύνομαι
    • λύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " untie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "untie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ελεύθερος · λυτός
  • λύνω · ξεδένω
  • ελεύθερος · λυτός
  • ελεύθερος · λυτός
  • λύνω · ξεδένω
  • λύνω · ξεδένω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "untie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη