Μετάφραση του "upgradeable" σε Ελληνικά
Το αναβαθμίσιμος είναι η μετάφραση του "upgradeable" σε Ελληνικά.
upgradeable
adjective
γραμματική
Having the capacity to undergo an upgrade, usually without major effort. [..]
-
αναβαθμίσιμος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " upgradeable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "upgradeable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενεργή αναβάθμιση
-
αναβάθμιση
-
Σύμβουλος αναβάθμισης των Windows Vista
-
Προσθήκες και αναβαθμίσεις
-
οπτική αναβάθμιση
-
Αναβάθμιση δυνατότητας
-
Αναβάθμιση / Ενημέρωση ενσωματωμένου προγράμματος συσκευής
-
ανάβαση · αναβάθμιση · αναβαθμίζω · ανηφόρα · προάγω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη