Μετάφραση του "upload" σε Ελληνικά

Οι αναφόρτωση, αναφορτώνω, ανεβάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "upload" σε Ελληνικά.

upload verb noun γραμματική

(transitive, intransitive, computing) to transfer data or files from a peripheral or subordinate system to a larger or more central one; especially from a personal computer to an Internet server. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναφόρτωση

    noun feminine

    file transfer [..]

    Furthermore, the current reporting process shows that automated upload should be developed.

    Από την τρέχουσα διαδικασία υποβολής εκθέσεων προκύπτει ακόμη ότι θα πρέπει να αναπτυχθεί η αυτοματοποιημένη αναφόρτωση δεδομένων.

  • αναφορτώνω

    verb

    to transfer data [..]

  • ανεβάζω

    verb

    I've already begun uploading it into the link.

    Έχω ήδη αρχίσει να την ανεβάζω στην σύνδεση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποστολή
    • μεταφόρτωση
    • φόρτωμα
    • ποστάρω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " upload " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Upload
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εκφόρτωση"ανεβάζω"

Φράσεις παρόμοιες με "upload" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "upload" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη