Μετάφραση του "upper" σε Ελληνικά

Οι ανώτερος, απανινός, ψηλότερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "upper" σε Ελληνικά.

upper adjective noun γραμματική

That which is higher, contrasted with the lower. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανώτερος

    adjective masculine

    The upper clergy lived in luxury, while many parish priests were in poverty.

    Ο ανώτερος κλήρος ζούσε μέσα στην πολυτέλεια, ενώ πολλοί ενοριακοί ιερείς βρίσκονταν σε άθλια φτώχεια.

  • απανινός

    adjective
  • ψηλότερος

    adjective masculine
  • άνω

    adverb

    This applies in particular to the upper part of the dip tube.

    Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το άνω μέρος του σωλήνα βυθομέτρησης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " upper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Upper
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άνω, ανώτερος

Εικόνες με "upper"

Φράσεις παρόμοιες με "upper" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "upper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη