Μετάφραση του "upstart" σε Ελληνικά

Οι αριβίστας, τυχάρπαστος, νεόπλουτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "upstart" σε Ελληνικά.

upstart adjective verb noun γραμματική

someone who has gained sudden wealth, power or influence, but has either not gained social acceptance or has become arrogant or presumptuous [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αριβίστας

    noun masculine

    newly rich or prominent [..]

  • τυχάρπαστος

    Sun Quan is a young upstart with no achievements

    Ο Sun Quan είναι ένας νεαρός τυχάρπαστος που δεν έχει κάνει τίποτα στη ζωή του.

  • νεόπλουτος

    Adjective

    That upstart has tainted my 30 years in politics

    Αυτός ο νεόπλουτος στιγμάτισε τα 30 χρόνια μου στην πολιτική

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • A person that has recently or suddenly acquired wealth or high status, but he/she is arrogant with it ... ο “χθεσινός” που πήρε αέρα/σήκωσε ψηλά τον αμανέ
    • A person who has risen suddenly in rank or importance, especially one who behaves arrogantly ... αριβιστας
    • τυχάρπαστη
    • νεοσύστατος
    • νεοεισερχόμενος
    • νεοπαγής
    • ψώνιο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " upstart " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "upstart" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη