Μετάφραση του "urbanisation" σε Ελληνικά
Οι αστικοποίηση, αστυφιλία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "urbanisation" σε Ελληνικά.
urbanisation
noun
γραμματική
Alternative spelling of urbanization. [..]
-
αστικοποίηση
noun feminineThe growth of urban areas due to migration or population increase. [..]
Rapid urbanisation has put pressure on local governments and municipalities to provide adequate services.
Η ραγδαία αστικοποίηση ασκεί πιέσεις στους φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης για παροχή επαρκών υπηρεσιών.
-
αστυφιλία
noun feminineThe proximity of people and activities is a major source of advantages that drive urbanisation.
Κύρια πηγή των πλεονεκτημάτων που ωθούν σε αστυφιλία είναι η γειτονία ανθρώπων και δραστηριοτήτων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " urbanisation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη