Μετάφραση του "usage" σε Ελληνικά

Οι χρήση, συνήθεια, έθιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "usage" σε Ελληνικά.

usage noun γραμματική

(lexicography) The ways and contexts in which spoken and written words are used, determined by a lexicographer's intuitition or from corpus analysis. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρήση

    noun feminine

    The number of units or dollars of an inventory item consumed over a period of time.

    The new vehicles produce zero carbon emissions and the usage has already increased by up to 30%.

    Τα νέα οχήματα παράγουν μηδενικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και η χρήση τους έχει ήδη αυξηθεί κατά 30%.

  • συνήθεια

    noun feminine

    A pattern of behavior inherited or acquired through frequent repetition.

    The ninth, fourth, fifth and eighth questions: usage in international trade or commerce

    Επί του ενάτου, τετάρτου, πέμπτου και ογδόου ερωτήματος σχετικά με την έννοια της συνηθείας του διεθνούς εμπορίου

  • έθιμο

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έξη
    • μεταχείριση
    • πρακτική
    • σύνταξη
    • διατύπωση
    • τρόπος έκφρασης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " usage " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Usage
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Χρήση

    Internet usage in the last three months for private purposes for telephoning over the Internet

    Χρήση Διαδικτύου το τελευταίο τρίμηνο για προσωπικούς λόγους για τηλεφωνήματα μέσω Διαδικτύου

Φράσεις παρόμοιες με "usage" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "usage" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη