Μετάφραση του "used" σε Ελληνικά
Οι μεταχειρισμένος, χρησιμοποιημένος, αναλωθείς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "used" σε Ελληνικά.
Simple past tense and past participle of use. [..]
-
μεταχειρισμένος
adjective masculinethat has or have previously been owned by someone else
Well, all I have is a used one.
Λοιπόν, το μόνο που έχω είναι ενας μεταχειρισμένος.
-
χρησιμοποιημένος
adjective masculinethat is or has or have been used
This is how the old people used to prepare for war.
Έτσι ο ηλικιωμένος άνθρωπος χρησιμοποιημένος για να προετοιμαστεί για τον πόλεμο.
-
αναλωθείς
particle
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξοικειωμένος
- μαθημένος
- δεύτερο χέρι
- ευκαιρία
- συνηθισμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " used " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Used" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Used στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "used" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Παροχή σχολίων
-
θα κερδίσουμε χρόνο
-
επικαρπία
-
κακομεραχείριση · κακομεταχειρίζομαι · κακοποίηση · κακοποιώ
-
έτοιμος για χρήση