Μετάφραση του "user" σε Ελληνικά

Οι χρήστης, χρήστρια, χρήστης ναρκωτικών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "user" σε Ελληνικά.

user noun γραμματική

One who uses or makes use of something, a consumer. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρήστης

    noun masculine

    person who uses a computer [..]

    This new application claims to be user friendly. Well, it isn't.

    Αυτή η νέα εφαρμογή ισχυρίζεται ότι είναι φιλική προς το χρήστη. Ε λοιπόν δεν είναι.

  • χρήστρια

    Noun feminine

    person who uses a computer [..]

    The seniority referred to here is taken to mean seniority within the user undertaking.

    Ως αρχαιότητα φαίνεται να εννοείται εδώ η αρχαιότητα στην χρήστρια εταιρεία.

  • χρήστης ναρκωτικών

    masculine

    one who uses drugs

    Don't make such a spectacle of yourself as a drug user.

    Μην κάνεις θέαμα τον εαυτό σου σα χρήστη ναρκωτικών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χρήστρια ναρκωτικών
    • ναρκομανής
    • τοξικομανής
    • εκμεταλλευτής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " user " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

User
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Χρήστης

    This new application claims to be user friendly. Well, it isn't.

    Αυτή η νέα εφαρμογή ισχυρίζεται ότι είναι φιλική προς το χρήστη. Ε λοιπόν δεν είναι.

  • Μορφότυπο μηνύματος χρήστη

Φράσεις παρόμοιες με "user" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "user" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη