Μετάφραση του "usury" σε Ελληνικά

Το τοκογλυφία είναι η μετάφραση του "usury" σε Ελληνικά.

usury noun γραμματική

(countable) An exorbitant rate of interest, in excess of any legal rates or at least immorally. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τοκογλυφία

    noun feminine

    practice of lending money at illegal or unfair rates [..]

    And I am yet to meet a banker who has not been accused of usury.

    Και ακόμη δεν έχω γνωρίσει τραπεζίτη που να μην έχει κατηγορηθεί για τοκογλυφία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " usury " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "usury" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "usury" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη