Μετάφραση του "utter" σε Ελληνικά
Οι αρθρώνω, απόλυτος, πλήρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "utter" σε Ελληνικά.
utter
adjective
verb
adverb
γραμματική
(now poetic, literary) Outer; furthest out, most remote. [from 10th c.] [..]
-
αρθρώνω
verbmake a noise [..]
-
απόλυτος
adjective masculineabsolute
-
πλήρης
adjective masculineabsolute
I feel an utter failure at the moment, that I just can't get through to you.
Αισθάνομαι πλήρη αποτυχία τώρα επειδή δεν μπορώ να σε πλησιάσω.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκφέρω
- λέγω
- προφέρω
- βγάζω
- ολοσχερής
- τραυλίζω
- ψελλίζω
- λέω
- παντελής
- εκφράζω
- μιλώ
- προσφέρω
- ομιλώ
- διαδίδω
- εκβάλλω
- εκφωνώ
- κυκλοφορώ
- βγάζω φωνή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " utter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "utter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χρησμός
-
εμπνευσμένος λόγος
-
άρθρωση · έκφραση · εκφώνημα · λόγος · προφορά
-
δεν βγάζω άχνα · δεν βγάζω λέξη
-
άρθρωση · έκφραση · εκφώνημα · λόγος · προφορά
-
άρθρωση · έκφραση · εκφώνημα · λόγος · προφορά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη