Μετάφραση του "vacancy" σε Ελληνικά

Οι κενό, κενότητα, χηρεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vacancy" σε Ελληνικά.

vacancy noun γραμματική

An unoccupied position or job. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κενό

    noun neuter

    Leaving a vacancy that the next governor should fill.

    Αφήνοντας ένα κενό που ο επόμενος Κυβερνήτης θα πρέπει να συμπληρώσει.

  • κενότητα

  • χηρεία

    Otherwise, the vacancy shall be established automatically unless the resigning Member indicates a later date.

    Σε αντίθετη περίπτωση, η διαπίστωση της χηρείας πραγματοποιείται αυτομάτως, εκτός εάν ο παραιτηθείς βουλευτής προσδιορίζει μεταγενέστερη ημερομηνία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έλλειψη
    • οπή
    • διαθεσιμότητα δωματίων
    • κενό δωμάτιο
    • χηρεύουσα θέση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vacancy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vacancy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vacancy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη