Μετάφραση του "vacation" σε Ελληνικά
Οι διακοπές, αργία, άδεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vacation" σε Ελληνικά.
(US) leisure time, at least a whole day but usually longer (typical are one to three weeks), away from work or duty and devoted to rest or pleasure. [..]
-
διακοπές
noun feminineA period in which a break is taken from work or studies for rest, travel or recreation.
We had our vacation at the lake.
Κάναμε τις διακοπές μας στη λίμνη.
-
αργία
nounA period in which a break is taken from work or studies for rest, travel or recreation.
That means vacation week for most of our people... thems with union.
Αυτό σημαίνει αργία για τους δικούς μας... αυτούς που είναι στο συνδικάτο.
-
άδεια
noun feminineA period in which a break is taken from work or studies for rest, travel or recreation.
We haven't decided that yet, but I'm thinking of takin'a paid vacation.
Δεν αποφασίσαμε ακόμη, αλλά σκέφτομαι να πάρω άδεια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εορτή
- εκκένωση
- διακοπή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vacation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "vacation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξοχική κατοικία
-
διακοπές
-
εκκένωση
-
δεν υπάρχουν αργίες για
-
κάνω διακοπές
-
εξοχικό · παραθεριστική κατοικία
-
θέρετρο · παραθεριστικό κέντρο · τουριστικός προορισμός
-
αδειάζω · αναχωρώ · εκκενώνω · καταργώ