Μετάφραση του "vacuum" σε Ελληνικά

Οι κενό, ηλεκτρική σκούπα, ηλεκτριτή σκούπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vacuum" σε Ελληνικά.

vacuum verb noun γραμματική

(rare, chiefly Netherlands) Alternative spelling of vacuum. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κενό

    noun neuter

    region of space that contains no matter

    Since tom's left, there's been a leadership vacuum.

    Από τότε που έφυγε ο Τομ, υπάρχει ένα κενό στην ηγεσία.

  • ηλεκτρική σκούπα

    noun feminine

    ‘battery operated vacuum cleaner’ means a vacuum cleaner powered only by batteries;

    7. «ηλεκτρική σκούπα τροφοδοτούμενη από συσσωρευτή»: ηλεκτρική σκούπα που τροφοδοτείται αποκλειστικά από ηλεκτρικό συσσωρευτή·

  • ηλεκτριτή σκούπα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Κενό
    • χώρος
    • βάζω σκούπα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vacuum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Vacuum
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κενό

    Since tom's left, there's been a leadership vacuum.

    Από τότε που έφυγε ο Τομ, υπάρχει ένα κενό στην ηγεσία.

Εικόνες με "vacuum"

Φράσεις παρόμοιες με "vacuum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vacuum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη