Μετάφραση του "vagrant" σε Ελληνικά

Οι αλήτης, περιπλανώμενος, αλητεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vagrant" σε Ελληνικά.

vagrant adjective noun γραμματική

A person without a home or job. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλήτης

    Noun masculine

    wanderer [..]

    The vagrant from the office died from a knife wound severing the aorta.

    Ο αλήτης από το γραφείο πέθανε από μια πληγή μαχαιριού που χτύπησε την αορτή.

  • περιπλανώμενος

    noun

    I thought you were studying to be an architect, not a professional vagrant.

    Νόμιζα πως σπούδαζες για να γίνεις αρχιτέκτονας, όχι περιπλανώμενος.

  • αλητεύω

    verb

    wandering from place to place [..]

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αλάνης
    • κλοσάρ
    • πλάνης
    • κοπρίτης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vagrant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "vagrant"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vagrant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη