Μετάφραση του "valid" σε Ελληνικά

Οι έγκυρος, ισχύων, ισχυρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "valid" σε Ελληνικά.

valid adjective γραμματική

Well grounded or justifiable, pertinent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έγκυρος

    adjective masculine

    The contested regulation follows the same scheme and is therefore equally valid.

    Ο προσβαλλόμενος κανονισμός ακολουθεί την ίδια οικονομία και είναι συνεπώς, επίσης, έγκυρος.

  • ισχύων

    adjective

    It shall not affect the validity of any delegated acts already in force.

    Η απόφαση δεν επηρεάζει την εγκυρότητα ήδη ισχυουσών κατ' εξουσιοδότηση πράξεων.

  • ισχυρός

    adjective

    It makes me feel wanted and validated all at the same time.

    Με κάνει να νιώθω ποθητός και ισχυρός την ίδια στιγμή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάσιμος
    • νόμιμος
    • κανονικός
    • έγκυρος, ισχύων
    • ισχύει
    • σε ισχύ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " valid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Valid
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ισχύων, έγκυρος

Φράσεις παρόμοιες με "valid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "valid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη