Μετάφραση του "validity" σε Ελληνικά
Οι εγκυρότητα, κύρος, ισχύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "validity" σε Ελληνικά.
validity
noun
γραμματική
Having legal force. [..]
-
εγκυρότητα
noun femininethe state of being valid, authentic or genuine
It shall not affect the validity of the delegated acts already in force.
Δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.
-
κύρος
nounThe settlement cannot affect the validity of a Community patent.
Ο συμβιβασμός δεν δύναται να επηρεάσει το κύρος ενός κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
-
ισχύς
nounIf there is a contract, its validity is usually less than one year.
Εάν υπάρχει σύμβαση, η ισχύς της είναι συνήθως μικρότερη του ενός έτους.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ορθότητα
- έγκυρο
- δύναμη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " validity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "validity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Δοκιμή επικύρωσης κυκλώματος
-
Δοκιμή επικύρωσης κυκλώματος
-
έγκυρη επαλήθευση
-
στοιχείο ελέγχου διακομιστή για επικύρωση
-
εκκαθάριση δαπανών
-
επικύρωση χρήστη
-
έγκυρο επιχείρημα
-
βαθμός/επίπεδο επικύρωσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη